Ένας «πόλεμος νεύρων» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, καθώς οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν στρατιωτικά πλήγματα ενώ ταυτόχρονα διεξάγουν τεχνικές συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα και τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Παρά την κλιμάκωση, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει διπλωματική λύση, με τις διαπραγματεύσεις να βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν από το Ιράν να σταματήσει τις επιθέσεις κατά πλοίων και να διασφαλίσει την ελεύθερη διέλευση από τον σημαντικότερο ενεργειακό διάδρομο του πλανήτη, όπου διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιμένει στην εθνική της κυριαρχία επί των Στενών, απορρίπτοντας τις αμερικανικές αξιώσεις ως επεμβατικές.
Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται ένα προσχέδιο μνημονίου κατανόησης (MoU), το οποίο προβλέπει την αποδέσμευση 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων από «παγωμένα» ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και την αναστολή των κυρώσεων στον τομέα του πετρελαίου. Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη δεσμεύεται να μην επιδιώξει πυρηνικά όπλα και να διατηρήσει το τρέχον πυρηνικό status quo. Αντί για την απομάκρυνση του ουρανίου, το Ιράν προτείνει μηχανισμούς αραίωσης (downblending) εντός της επικράτειάς του, ένα ζήτημα που θα συζητηθεί εντός των επόμενων 60 ημερών.
Η διαδικασία για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας προβλέπεται να ολοκληρωθεί εντός 30 ημερών από την υπογραφή του μνημονίου. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η Ουάσιγκτον δεσμεύεται να μην επιβάλει νέες κυρώσεις, ενώ μετά την επίτευξη τελικής συμφωνίας θα εκδοθούν ειδικές εξαιρέσεις (oil sanctions waivers) για την επανεκκίνηση των ιρανικών εξαγωγών.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι δεσμευμένες στην εξεύρεση λύσης και οι τεχνικές συνομιλίες συνεχίζονται. Το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη, καθώς το Ιράν αρνείται την απομάκρυνση του αποθέματος ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, ενώ οι ΗΠΑ απαιτούν δημόσια δέσμευση για τον τερματισμό των επιθέσεων.
