Μετά από μια στρατιωτική περιπέτεια που κόστισε πολύ περισσότερα από όσα απέδωσε, ο Λευκός Οίκος επιστρέφει σε ό,τι συνήθως κάνει πρώτο: τις οικονομικές κυρώσεις. Η Δευτέρα βρήκε τον Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να ανακοινώνουν αυτό που αποκαλούν νέα «οικονομική D-Day» για το Ιράν, επιχειρώντας να κλείσουν όλες τις στρόφιγγες χρηματοδότησης του καθεστώτος.
Η κίνηση έρχεται ως παραδοχή ότι η στρατιωτική οδός δεν λειτούργησε όπως υπολόγιζε η κυβέρνηση. Αντί για την κλιμάκωση που περιέγραψαν οι New York Times σε ανάλυσή τους — πρώτα διπλωματία, μετά κυρώσεις, και στρατός μόνο ως έσχατο μέσο — ο Τραμπ πήγε κατευθείαν στους βομβαρδισμούς. Στόχος ήταν να παραδοθούν τα αποθέματα των 11 τόνων εμπλουτισμένου ουρανίου, με μια παρτίδα σχεδόν έτοιμη για βόμβα, και να καταρρεύσει η κυβέρνηση.
Τίποτα από τα δύο δεν συνέβη. Το κόστος όμως ήταν βαρύ: 18 αμερικανικές ζωές, εκατοντάδες ή χιλιάδες νεκροί Ιρανοί και μια δαπάνη που οι ανεξάρτητοι αναλυτές τοποθετούν πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, με τις εκτιμήσεις του Πενταγώνου να είναι χαμηλότερες.
Επιχείρηση Οικονομικός Αποκλεισμός
Το νέο σχέδιο, με την ονομασία «Επιχείρηση Οικονομικός Αποκλεισμός», περιγράφηκε από τον ως «μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία για την αποκοπή κάθε εναπομείναντος οικονομικού δεσμού που στηρίζει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν». Σύμφωνα με τον Μπέσεντ, ο αποκλεισμός αφορά κάθε συναλλαγή που διοχετεύει χρήματα στην Τεχεράνη: καμουφλαρισμένες ψηφιακές μεταφορές, μεταφορές πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, ακόμα και τη διακίνηση χρυσού σε όλο τον κόσμο.
«Πρόκειται για μια μακροχρόνια επιχείρηση με στόχο να καταρρεύσει κάθε τελευταία επιλογή για το Ιράν», δήλωσε ο Μπέσεντ στη συνέντευξη Τύπου του υπουργείου Οικονομικών τη Δευτέρα, έχοντας αναδειχθεί σε δημόσιο πρόσωπο αυτής της προσπάθειας.
Η ανακοίνωση όμως αφήνει αναπάντητα ερωτήματα. Το βασικότερο: αν οι κυρώσεις ήταν εφικτές, γιατί δεν εφαρμόστηκαν πριν σταλεί ο στρατός σε μάχη, εκθέτοντας την έλλειψη πυρομαχικών και τα όρια της αμερικανικής ισχύος; Και υπάρχει το μεγάλο θέμα της Κίνας, που το 2025 αγόρασε πάνω από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Η Ουάσινγκτον βρίσκεται ήδη σε σύγκρουση με το Πεκίνο για την τεχνητή νοημοσύνη, την Ταϊβάν, την πυρηνική επέκταση και το τεράστιο πλεόνασμα παραγωγής που απειλεί την παγκόσμια οικονομία. Είναι διατεθειμένη να προσθέσει άλλη μια αντιπαράθεση;
Η αρχική D-Day στη Νορμανδία δεν χρειαζόταν τη συμμετοχή της Κίνας. Αυτή την οικονομική «D-Day» την έχει ανάγκη — και δεν υπάρχει ένδειξη ότι θα έρθει, έναν μήνα πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον, την πρώτη κρατική επίσκεψη Κινέζου ηγέτη εδώ και πάνω από μια δεκαετία. «Αυτό θα είναι δύσκολο», παραδέχτηκε τη Δευτέρα ο Πίτερ Χάρελ, επισκέπτης ερευνητής στη Νομική Σχολή του Τζορτζτάουν, που έχει γράψει εκτενώς για τα όρια των οικονομικών κυρώσεων.
Ο ίδιος είχε επισημάνει νωρίτερα φέτος ότι ο Τραμπ βρέθηκε μπροστά σε δίλημμα: είτε μέτρα κατά των Κινέζων — που δεν ήθελε λόγω της δικής του ατζέντας με τον Σι — είτε ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά δεξαμενόπλοια.
Οι αριθμοί των κυρώσεων και το μέτωπο με τον Χαμενεΐ
Το ιστορικό των προηγούμενων κυρώσεων δεν δίνει πολλές υποσχέσεις: το Ιράν εξήγαγε δύο έως τρία εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα παρά τους περιορισμούς. Τώρα οι αριθμοί έχουν πέσει σε ελάχιστα επίπεδα, χάρη στον ναυτικό αποκλεισμό που έχει επιβληθεί.
Το πυρηνικό υλικό, πάντως, παραμένει στις καλυμμένες με ερείπια αποθήκες από τους βομβαρδισμούς του Ιουνίου 2025, σύμφωνα με δορυφορικές φωτογραφίες. Η κυβέρνηση επιβιώνει, με διαφορετική ηγεσία μετά τη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στις αρχικές επιθέσεις του Φεβρουαρίου. Τη θέση κατέχει πλέον ο γιος του, θεωρούμενος πιο σκληροπυρηνικός, αν και δεν έχει εμφανιστεί ούτε έχει δώσει άμεσα σημάδια ζωής.
Σε εκείνο το σημείο, η ομιλία του Μπέσεντ πήρε απροσδόκητη τροπή. Επανήλθε στην υπόσχεση που είχε δώσει ο Τραμπ πριν από σχεδόν έξι μήνες: να δημιουργηθούν οι συνθήκες για αλλαγή καθεστώτος. Τότε, ο πρόεδρος πίστευε ότι η σύγκρουση θα διαρκούσε λίγες ημέρες ή εβδομάδες πριν από μια «άνευ όρων παράδοση», και προέτρεψε τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί μόλις διαλυθεί ο καπνός. Το εγκατέλειψε σύντομα, παραδεχόμενος σε συνέντευξή του στους New York Times τον Ιούνιο ότι οι Ιρανοί δεν είχαν ούτε τα όπλα ούτε την οργάνωση.
Ο δοκίμασε τη Δευτέρα μια διαφορετική προσέγγιση, απευθυνόμενος στους στρατιώτες του καθεστώτος: «Προς τους απλούς στρατιώτες που υποστηρίζουν αυτό το καθεστώς, καθώς όλο και περισσότεροι από τους μισθούς σας σταματούν ή υποτίθεται ότι απλώς καθυστερούν, ρωτήστε αν οι διοικητές σας οδηγούν τη χώρα σας προς τη νίκη ή προς την καταστροφή, και θυμηθείτε ότι το Τείχος του Βερολίνου έπεσε όταν απλοί στρατιώτες αποφάσισαν να μην πυροβολήσουν τον ίδιο τους τον λαό».
Οι συνθήκες του 1989 ήταν βέβαια διαφορετικές: δεν υπήρχε ενεργός εξωτερικός πόλεμος, μόνο πίεση του Ψυχρού Πολέμου, και η Σοβιετική Ένωση με τους δορυφόρους της δεν έβλεπε πολλές ελπίδες στην καταστολή τοπικών εξεγέρσεων.
Το στοίχημα του Τραμπ είναι πλέον ξεκάθαρο. Η απόφασή του τον Φεβρουάριο να παραλείψει το είδος κυρώσεων που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα ήταν αναγνώριση ότι οι οικονομικές κυρώσεις κινούνται αργά και συχνά αποτυγχάνουν. Σήμερα επιστρέφει σε αυτές, γιατί απλώς δεν υπάρχουν άλλες βιώσιμες επιλογές.
