Η κυβέρνηση Τραμπ διαπραγματεύεται με τη Βενεζουέλα για μερίδιο σε πετρελαϊκά κοιτάσματα

Η διαπραγμάτευση για μερίδιο ιδιοκτησίας στους πετρελαϊκούς πόρους της Βενεζουέλας επιβεβαιώνει αυτό που ο Ντόναλντ Τραμπ έλεγε ανοιχτά εδώ και μήνες: να πάρει πίσω «το πετρέλαιο που έκλεψαν από τις αμερικανικές εταιρείες» με τις εθνικοποιήσεις του Ούγο Τσάβες το 2007. Το καινούργιο στοιχείο, που μετέδωσε ο ιστότοπος Axios επικαλούμενος δύο Αμερικανούς αξιωματούχους, είναι ότι οι συνομιλίες με την προσωρινή κυβέρνηση της χώρας αφορούν συγκεκριμένα κοιτάσματα — περισσότερα από δώδεκα — που ανήκαν σε Βενεζουελάνους πρώην προσκείμενους στα κέντρα εξουσίας και σε συμφέροντα που προηγουμένως έλεγχε η Κίνα.

Σε αντάλλαγμα, ιδιωτικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων αμερικανικές, θα αναλάβουν την ανάπτυξη των κοιτασμάτων και θα διοχετεύουν έσοδα στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Η συμφωνία τελεί ακόμη υπό επεξεργασία και ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα του Reuters για σχολιασμό.

Ποιοι βιάζονται να υπογράψουν

Ενώ οι κολοσσοί τηρούν στάση αναμονής, ανεξάρτητοι Αμερικανοί παραγωγοί ετοιμάζονται να υπογράψουν συμβάσεις με την κρατική εταιρεία PDVSA. Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ ταξίδεψαν ήδη στο Καράκας στα τέλη Απριλίου για μνημόνια κατανόησης. Στο παιχνίδι μπαίνουν και κορυφαίοι traders εμπορευμάτων, καθώς ο δρόμος ανοίγει και για την επιστροφή των Vitol και Trafigura στη διαχείριση του πετρελαίου.

Το κόστος αναβίωσης της βιομηχανίας εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, με επενδύσεις περίπου 10 δισ. ετησίως επί μία δεκαετία, σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg. Η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες έχει ήδη ανακοινώσει ευνοϊκούς φορολογικούς όρους για διεθνείς εταιρείες, κατόπιν έντονης αμερικανικής πίεσης.

Ο Τραμπ υπέγραψε και εκτελεστικό διάταγμα για την προστασία των εσόδων από τις πωλήσεις πετρελαίου σε λογαριασμούς του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών. Τα βασικά εμπόδια, ωστόσο, παραμένουν νομικά και πολιτικά. Όπως το έθεσε ο Homayoun Falakshahi, ανώτερος αναλυτής της Kpler, οι εταιρείες καλούνται να ρισκάρουν δισεκατομμύρια βασιζόμενες στη σταθερότητα μιας μελλοντικής κυβέρνησης.

δειτε ακομα

δειτε ακομα