Η Volkswagen βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο κρίσιμη καμπή της 89χρονης διαδρομής της, καθώς ο διευθύνων σύμβουλος Oliver Blume και ο οικονομικός διευθυντής Arno Antlitz δρομολογούν ένα σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης. Η διοίκηση επιδιώκει να θωρακίσει τον όμιλο απέναντι στον έντονο ανταγωνισμό και τη μειωμένη ζήτηση, εξετάζοντας μέτρα που θα μπορούσαν να αλλάξουν δραστικά τον χάρτη της παραγωγής.
Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται το ενδεχόμενο κατάργησης έως και 100.000 θέσεων εργασίας παγκοσμίως, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του συνολικού εργατικού δυναμικού της αυτοκινητοβιομηχανίας. Παράλληλα, η εταιρεία εξετάζει το κλείσιμο τεσσάρων γερμανικών εργοστασίων, συγκεκριμένα των μονάδων στο Ανόβερο, το Έμντεν, το Τσβίκαου και το εργοστάσιο της Audi στο Νέκαρσουλμ. Μια τέτοια κίνηση θα έθετε σε κίνδυνο περισσότερες από 45.000 θέσεις εργασίας, πέρα από τις 50.000 περικοπές που είχαν ήδη προγραμματιστεί.
Στρατηγικές αλλαγές και επενδυτικές πιέσεις
Η διοίκηση προσανατολίζεται στην απόσχιση της βασικής μάρκας VW και του κλάδου ανταλλακτικών σε αυτόνομες οντότητες, με στόχο την απλοποίηση της δομής του ομίλου και την ενίσχυση της ευελιξίας του. Στο πλαίσιο της οικονομικής εξυγίανσης, σχεδιάζεται μείωση των προγραμματισμένων επενδύσεων κατά 15%, περιορίζοντας το ποσό στα 130 δισεκατομμύρια ευρώ για την επόμενη πενταετία.
Ο Oliver Blume υποστηρίζει ότι το παλιό επιχειρηματικό μοντέλο δεν είναι πλέον βιώσιμο, ενώ ο Arno Antlitz προειδοποιεί ότι οι προηγούμενες περικοπές δεν επαρκούν για να αποφευχθεί η οικονομική κατάρρευση. Οι προτάσεις αυτές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη συμφωνία του 2024, η οποία απέκλειε το κλείσιμο εργοστασίων στη Γερμανία έως το 2030. Τα συνδικάτα, με επικεφαλής την IG Metall, αντιδρούν σθεναρά, δεσμευόμενα να αποτρέψουν το κλείσιμο των μονάδων.
Η κατάσταση περιπλέκεται από τη στάση της κυβέρνησης της Κάτω Σαξονίας, η οποία κατέχει σημαντικό ποσοστό στην εταιρεία και διαθέτει δικαίωμα βέτο. Ενώ η διοίκηση προτείνει την αξιοποίηση των εργοστασίων που θα κλείσουν από αμυντικές βιομηχανίες, η νομική ισχύς των απολύσεων παραμένει αμφίβολη χωρίς μια νέα συμφωνία με τους εργαζομένους.
