Πιγούνι: Το ανεξήγητο εξελικτικό χαρακτηριστικό που μόνο ο άνθρωπος διαθέτει

Γιατί, ανάμεσα σε όλα τα ζωντανά όντα, μόνο ο άνθρωπος έχει πιγούνι; Το ερώτημα αυτό βασανίζει τους εξελικτικούς βιολόγους εδώ και δεκαετίες, καθώς η οστέινη αυτή προεξοχή της κάτω γνάθου αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα του Homo sapiens. Δεν τη συναντά κανείς στους χιμπατζέδες, ούτε καν στους Νεάντερταλ ή τους Ντενίσοβαν, τους στενότερους εξαφανισμένους συγγενείς μας.

Αυτή ακριβώς η μοναδικότητα είναι που κάνει το πιγούνι τόσο δύσκολο να εξηγηθεί. Όπως συμβαίνει με άλλα χαρακτηριστικά του σώματος, οι επιστήμονες συνήθως αναζητούν αντίστοιχα παραδείγματα σε άλλα είδη για να συγκρίνουν τις εξελικτικές πιέσεις. Στα πρωτεύοντα, για παράδειγμα, το μέγεθος των όρχεων συνδέεται με τον ανταγωνισμό μεταξύ των αρσενικών. Όμως για το πιγούνι δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο, κάτι που αφήνει τους ερευνητές με θεωρίες και ενδείξεις, όχι όμως και με μια οριστική απάντηση.

Η μελέτη που αλλάζει τα δεδομένα

Μια νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One επιχειρεί να ρίξει φως στο ζήτημα, αμφισβητώντας την άποψη ότι το πιγούνι αποτελεί εξελικτική προσαρμογή με συγκεκριμένη λειτουργία. Η ομάδα με επικεφαλής τη Νορίν φον Κράμον-Τάουμπαντελ, καθηγήτρια και πρόεδρο του Τμήματος Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάφαλο, εξέτασε 532 κρανία ανθρώπων και 14 άλλων ειδών πιθήκων σε μουσεία, αναλύοντας 46 αποστάσεις μεταξύ ανατομικών σημείων.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πιγούνι πιθανότατα «εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό τυχαία και όχι μέσω άμεσης επιλογής, αλλά ως εξελικτικό παραπροϊόν». Με άλλα λόγια, μπορεί να μην εξυπηρετεί καμία αυτόνομη λειτουργία — δεν παίζει καθοριστικό ρόλο στη μάσηση, δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην ομιλία και η χρησιμότητά του στην έλξη συντρόφου παραμένει αδιευκρίνιστη. Αντίθετα, σύμφωνα με τους ερευνητές, εμφανίστηκε ως αναπόφευκτη συνέπεια άλλων δομικών αλλαγών.

Το «spandrel» και η γεωμετρία του προσώπου

Η εξήγηση βρίσκεται στην έννοια του «spandrel», όρου που εισήγαγε ο παλαιοντολόγος Στίβεν Τζέι Γκουλντ. Όπως εξηγείται στην εξελικτική βιολογία, πρόκειται για χαρακτηριστικά που δεν δημιουργήθηκαν επειδή είχαν κάποιο σκοπό, αλλά εμφανίστηκαν ως παρενέργεια άλλων μεταβολών. Στην περίπτωση του πιγουνιού, η μετάβαση σε πιο μαλακές και μαγειρεμένες τροφές περιόρισε την ανάγκη για ισχυρή γνάθο, ενώ τα δόντια μίκραιναν επί εκατομμύρια χρόνια. Αυτές οι αλλαγές συρρίκνωσαν το κάτω πρόσωπο και μεταμόρφωσαν τη γεωμετρία του, με το πιγούνι να προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτών των μετατοπίσεων.

Η έρευνα εστίασε σε εννέα μορφολογικά στοιχεία της κάτω γνάθου, από τα οποία μόνο τρία έδειξαν ισχυρή ένδειξη άμεσης φυσικής επιλογής. Τα υπόλοιπα έξι είτε βρίσκονταν υπό έμμεση επιλογή είτε δεν έδειξαν σαφή σημάδια επιλογής. Ο Σκοτ Α. Οίλιαμς, εξελικτικός μορφολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, προειδοποιεί πάντως ότι «τόσα πολλά πράγματα σχετικά με το πιγούνι είναι περίπλοκα. Δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί με μια μόνο μέτρηση, αλλά αποτελείται μάλλον από έναν αστερισμό μορφολογικών χαρακτηριστικών».

Το πιγούνι εμφανίστηκε στους ανατομικά σύγχρονους ανθρώπους πριν από περίπου 200.000 χρόνια, σχετικά απότομα σε εξελικτική κλίμακα, γεγονός που το καθιστά βασικό αναγνωριστικό γνώρισμα του είδους μας στα απολιθώματα. Όσο δεν εντοπίζεται αντίστοιχο εξελικτικό παράδειγμα σε άλλο είδος, το μυστήριο παραμένει — και οι επιστήμονες θα συνεχίσουν να αναζητούν την απάντηση σε ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα της βιολογίας.

δειτε ακομα

δειτε ακομα