Τα λιποκύτταρα διατηρούν «μνήμη» της παχυσαρκίας που δυσκολεύει τη διατήρηση του βάρους

Η διατήρηση του επιθυμητού βάρους αποτελεί έναν από τους πιο δύσκολους στόχους στη σύγχρονη ιατρική. Παρά τη χρήση εξελιγμένων μεθόδων, όπως η βαριατρική χειρουργική ή τα φάρμακα τύπου GLP-1, η πλειονότητα των ανθρώπων βλέπει τη ζυγαριά να επιστρέφει στα παλιά επίπεδα μέσα σε λίγα χρόνια.

Το βιολογικό αποτύπωμα της παχυσαρκίας

Τα λιποκύτταρα και ορισμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού, όπως τα μακροφάγα, δεν λειτουργούν απλώς ως αποθήκες ενέργειας. Φαίνεται πως διατηρούν ένα είδος «επιγενετικής μνήμης» της παχυσαρκίας, η οποία παραμένει ενεργή ακόμη και μετά από σημαντική απώλεια κιλών. Αυτές οι αλλαγές στο επιγονιδίωμα λειτουργούν ως οδηγίες που επηρεάζουν τη μελλοντική απόκριση των κυττάρων σε θερμιδικά ερεθίσματα.

Ο Ferdinand von Meyenn, ερευνητής στο ETH Zurich, εξηγεί πως η διαδικασία αυτή «προετοιμάζει» τον οργανισμό να αποθηκεύει λίπος πιο εύκολα. Η διάρκεια ζωής των λιποκυττάρων, που μπορεί να φτάσει τη μία δεκαετία, καθιστά αυτές τις αλλαγές εξαιρετικά ανθεκτικές στον χρόνο.

Αναζητώντας απαντήσεις στα γονίδια

Ανάλυση μεμονωμένων κυττάρων σε δείγματα λιπώδους ιστού αποκάλυψε ότι γονίδια που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τον μεταβολισμό παραμένουν απορρυθμισμένα. Ακόμη και σε άτομα που έχασαν τουλάχιστον το 25% του δείκτη μάζας σώματός τους, ο ιστός δεν επέστρεψε πλήρως στην πρότερη κατάσταση. Αντίστοιχα ευρήματα σε πειραματόζωα έδειξαν ότι τα μακροφάγα διατηρούν ενεργά τα γονίδια της φλεγμονής, ενώ τα ποντίκια που είχαν ιστορικό παχυσαρκίας ανέκτησαν βάρος ταχύτερα από εκείνα που δεν είχαν παχύνει ποτέ.

Η επιστημονική κοινότητα εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο η μνήμη αυτή να μην περιορίζεται μόνο στο λίπος. Υπάρχουν ενδείξεις ότι παρόμοιες μεταβολές μπορεί να εντοπίζονται στον εγκέφαλο, το ήπαρ και τους μύες, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει την έντονη αντίσταση του σώματος στη διατήρηση της απώλειας βάρους.

Πέρα από την απώλεια κιλών

Η επιστημονική αισιοδοξία παραμένει υπαρκτή, καθώς η μείωση του βάρους βελτιώνει αποδεδειγμένα τη γλυκόζη και την αρτηριακή πίεση, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πορεία. Ωστόσο, η πρόκληση μετατοπίζεται από την απλή απώλεια στην ανάπτυξη στρατηγικών που θα επιτρέπουν τη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση.

Η Δρ. Φατιμά Κόντι Στάνφορντ από το Harvard Medical School επισημαίνει ότι, παρά τις αποκαλυπτικές ανακαλύψεις, δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα μόρια ικανά να «σβήσουν» αυτές τις επιγενετικές εγγραφές. Η έρευνα στρέφεται πλέον στον μελλοντικό «επαναπρογραμματισμό» των κυττάρων, με στόχο την αναστροφή των αλλαγών που εμποδίζουν τη διατήρηση του αποτελέσματος.

δειτε ακομα

δειτε ακομα