Το όνομά του έγινε συνώνυμο μιας ιστορίας υπέρβασης: παιδί με αυτισμό, που σύμφωνα με όσα ο ίδιος είχε πει δημοσίως άργησε να μιλήσει και να διαβάσει, έφτασε να γίνει το 2023, σε ηλικία 37 ετών, ο νεότερος μαύρος καθηγητής στην ιστορία του Κέιμπριτζ. Η διεθνής προβολή ήταν άμεση και το πανεπιστήμιο τον έφερε στο επίκεντρο της συζήτησης για την ακαδημαϊκή διαφορετικότητα.
Μέσα σε περίπου τρία χρόνια, όμως, η εικόνα αυτή κατέρρευσε. Ο Τζέισον Άρντεϊ παραιτήθηκε στις 5 Αυγούστου, στον απόηχο καταγγελιών για λογοκλοπή και αμφιβολιών γύρω από κομμάτια της προσωπικής του ιστορίας. Στις 14 Αυγούστου βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Μπάτερσι του νότιου Λονδίνου. Ήταν 41 ετών.
Το ερώτημα που αφήνει πίσω του δεν έχει μία μόνο απάντηση. Από τη μία, οι υποστηρικτές του κάνουν λόγο για εξοντωτική εκστρατεία δημόσιου διασυρμού με φυλετικά χαρακτηριστικά. Από την άλλη, όσοι επέμεναν στον έλεγχο της δουλειάς του υποστηρίζουν ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις που έπρεπε να εξεταστούν.
Από το διδακτορικό του 2015 στις αμφιβολίες για το βιογραφικό
Ο Άρντεϊ δίδασκε Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης στο Κέιμπριτζ και η δημόσια εικόνα του είχε συνδεθεί με τις φυλετικές ανισότητες, τη νευροδιαφορετικότητα και την κοινωνική κινητικότητα. Η πρώτη ρωγμή ήρθε όταν ακαδημαϊκοί άρχισαν να εντοπίζουν εκτεταμένες ομοιότητες ανάμεσα στη διδακτορική του διατριβή του 2015 και σε έργα άλλων ερευνητών. Ο ίδιος αρνήθηκε τη λογοκλοπή, παραδεχόμενος ωστόσο λάθη στα πρώιμα έργα του, τα οποία απέδωσε στον αυτισμό του και στη χρήση μίμησης για την επεξεργασία πληροφοριών.
Η συζήτηση δεν σταμάτησε εκεί. Αμφισβητήθηκαν και άλλα στοιχεία του βιογραφικού του, ανάμεσά τους ο ισχυρισμός ότι έτρεξε 600 μίλια σε έξι ημέρες και ότι συγκέντρωσε 5,5 εκατ. λίρες για φιλανθρωπικούς σκοπούς, όπως μεταδόθηκε από το BBC. Το Πανεπιστήμιο Τζον Μουρς του Λίβερπουλ, που του είχε απονείμει το διδακτορικό, κατέληξε αρχικά ότι δεν υπήρξε λογοκλοπή, θέση που στήριξε και το Κέιμπριτζ. Η πίεση, όμως, δεν υποχώρησε.
Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας το Κέιμπριτζ ανακοίνωσε ότι ξεκινά έρευνα «έπειτα από νέες πληροφορίες» για τα ακαδημαϊκά προσόντα και τις θέσεις του. Λίγο αργότερα ήρθε η παραίτηση. Στην επιστολή του ο Άρντεϊ δεν παραδέχθηκε λογοκλοπή, αλλά περιέγραψε το προσωπικό κόστος: «Αν και η κριτική αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της ακαδημαϊκής ζωής, αυτό που έχω βιώσει έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας επιστημονικής διαφωνίας», ανέφερε. «Οι αδιάκοπες κατηγορίες, οι εικασίες και τα δημόσια σχόλια έχουν επιβαρύνει βαθιά εμένα και τους ανθρώπους που αγαπώ».
Υποστηρικτές, αναφορά και η αγρυπνία στην Τραφάλγκαρ
Η οικογένεια και οι υποστηρικτές του μιλούν για εκστρατεία καταδίωξης με ρατσιστικά κίνητρα. Πάνω από 90.000 άνθρωποι υπέγραψαν αναφορά του Good Law Project, ζητώντας έρευνα για την κάλυψη των μέσων ενημέρωσης και κάνοντας λόγο για «δύο εβδομάδες αμείλικτης παρενόχλησης». Ο καγκελάριος του Κέιμπριτζ, Λόρδος Κρις Σμιθ, μίλησε για «ρατσιστικό παραλήρημα» από ανθρώπους που δεν μπορούσαν να αποδεχθούν έναν μαύρο καθηγητή. Ανάμεσα στους υπογράφοντες ήταν και πρόσωπα όπως η Ντάιαν Άμποτ και η Τζαμίλα Τζαμίλ.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως απροσδόκητος αλλά όχι ύποπτος. Η οικογένειά του δήλωσε συντετριμμένη, υποστηρίζοντας ότι είχε γίνει στόχος «παραπληροφόρησης και παρενόχλησης». Τρεις ημέρες μετά, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Τραφάλγκαρ Σκουέρ σε αγρυπνία, κρατώντας λουλούδια και πλακάτ με το σύνθημα «Rest In Power Professor Jason Arday».
Η υπόθεση δεν έκλεισε με τον θάνατό του. Στο Κέιμπριτζ και πέρα από αυτό παραμένουν δύο ερωτήματα που δεν είναι απαραίτητα αλληλοαναιρούμενα: αν υπήρχαν σοβαρές καταγγελίες για την ακαδημαϊκή δουλειά του που όφειλαν να διερευνηθούν, και αν η νόμιμη αμφισβήτηση μετατράπηκε σε μια δυσανάλογη, φυλετικά φορτισμένη εκστρατεία εναντίον ολόκληρου του προσώπου του. Ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του, «Great and Unfortunate Things», προχώρησε κανονικά στην έκδοση, όπως είχε προγραμματιστεί.
