Στη σύλληψη μιας 56χρονης δασκάλας γιόγκα προχώρησαν οι αρχές, καθώς φέρεται να τοποθετούσε εκρηκτικούς μηχανισμούς σε οχήματα φίλων και συγγενών της. Η αιτία; Η άρνησή τους να της προσφέρουν οικονομική βοήθεια, όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα.

Οι κατηγορίες που βαραίνουν τη γυναίκα αφορούν τρεις εμπρηστικές επιθέσεις σε αυτοκίνητα, σε περιοχές της Αττικής: Νέα Ερυθραία, Μεταμόρφωση και Κηφισιά. Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοκ, καθώς η δράστις είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές το 2016 για παρόμοια ενέργεια, στοχοποιώντας τότε το αυτοκίνητο του πατέρα της.

Η έκρηξη που συγκλόνισε την Κηφισιά

Η πιο σοβαρή από τις επιθέσεις εκτυλίχθηκε το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου 2026, στην Κηφισιά. Έξω από το σπίτι μιας φίλης της κατηγορούμενης, ένας εκρηκτικός μηχανισμός εξερράγη με μεγάλη δύναμη, καταστρέφοντας ολοσχερώς το όχημα.

Βίντεο από κάμερες ασφαλείας, που είδαν το φως της δημοσιότητας, δείχνουν τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου να προσπαθεί απεγνωσμένα να σβήσει τη φωτιά, λίγο πριν την εκκωφαντική έκρηξη. Ο άνδρας υπέστη σοβαρά εγκαύματα και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς».

Στο σημείο της έκρηξης, οι αστυνομικοί βρήκαν υπολείμματα ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού. Αυτός αποτελούνταν από ένα γκαζάκι, βενζίνη και στουπί, στοιχεία που ενίσχυσαν τη δικογραφία και οδήγησαν στην ταυτοποίηση της 56χρονης ως υπεύθυνης για τις επιθέσεις.

Το παρελθόν και οι ψυχικές διαταραχές

Η αποκάλυψη της υπόθεσης έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό. Η οικογένεια της κατηγορούμενης, και συγκεκριμένα ο γιος της, εκφράζει τον σοκ του, τονίζοντας πως η μητέρα του αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα. Αναφέρουν μάλιστα ότι μετά από νοσηλεία σε ψυχιατρείο, αφέθηκε χωρίς την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή, περιγράφοντας την κατάσταση ως «δύσκολη» και ζητώντας κατανόηση.

Η κοινή γνώμη και τα μέσα ενημέρωσης εκφράζουν αποτροπιασμό για την πρωτοφανή κλιμάκωση βίας σε οικείο περιβάλλον. Αναδεικνύεται έτσι η ανάγκη για ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και πρόληψη παρόμοιων περιστατικών. Η αστυνομία, από την πλευρά της, υπογραμμίζει την επιτυχία της έρευνας και τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας.