Μια ολόκληρη κοινότητα στο Saint-Michel-sur-Meurthe παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις γύρω από το αποτρόπαιο τέλος της Liliane Coinchelin. Η ηλικιωμένη γυναίκα, γεννημένη το 1953, βρέθηκε εγκλωβισμένη σε έναν εφιάλτη που κράτησε χρόνια, πίσω από τα κλειστά παντζούρια ενός σπιτιού που οι γείτονες φοβούνταν να πλησιάσουν.
Η απομόνωση και ο ρόλος των αρχών
Η απουσία της γυναίκας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον πρώην δήμαρχο, William Mathis, ο οποίος τον Ιανουάριο του 2026 έσπασε τη σιωπή του. Οι δύο γιοι της, ηλικίας 39 και 45 ετών, είχαν καταφέρει να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου, εμποδίζοντας συγγενείς και περίοικους να έρθουν σε επαφή μαζί της. Η δικαστική συμπαράσταση στην οποία είχε τεθεί η 72χρονη από το 2021 δεν στάθηκε ικανή να την προστατεύσει από τους ίδιους τους ανθρώπους που όφειλαν να τη φροντίζουν.
Συνθήκες εξαθλίωσης και οικονομικό κίνητρο
Οι δράστες είχαν εγκαταστήσει κάμερες παρακολούθησης στο δωμάτιο όπου κρατούσαν την άτυχη γυναίκα, μετατρέποντας τον προσωπικό της χώρο σε φυλακή. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία, με το βάρος της να υποχωρεί στα 30 κιλά πριν αφήσει την τελευταία της πνοή.
Πέρα από τη σωματική κακοποίηση, το κίνητρο των δραστών είχε έντονο οικονομικό χαρακτήρα. Συνέχιζαν να καρπώνονται τα χρήματα της μητέρας τους, ενώ δεν δίστασαν να λαμβάνουν δάνεια στο όνομά της, εκμεταλλευόμενοι την ανυποψίαστη κατάστασή της. Ο εισαγγελέας του Επινάλ, Frédéric Naon, επιβεβαίωσε πως οι εξηγήσεις που δόθηκαν αρχικά ήταν αντιφατικές και στερούνταν κάθε λογικής, οδηγώντας τους τρεις εμπλεκόμενους –τους δύο γιους και τη σύντροφο του ενός– ενώπιον της δικαιοσύνης. Οι έρευνες συνεχίζονται με στόχο τον εντοπισμό της σορού της, η οποία φέρεται να έχει ταφεί σε δασική έκταση της περιοχής.
