Δεν είναι μόνο η ζέστη της ημέρας που ταλαιπωρεί τις ελληνικές πόλεις. Το βράδυ, όταν η θερμοκρασία θα έπρεπε να πέφτει, τα τσιμέντα και οι άσφαλτοι συνεχίζουν να εκλύουν τη θερμότητα που απορρόφησαν. Αυτή είναι η «αστική θερμική νησίδα», ένα φαινόμενο που μελετάται όλο και πιο συστηματικά τα τελευταία χρόνια, με τις επιπτώσεις του στην καθημερινότητα και τη δημόσια υγεία να γίνονται ολοένα και πιο αισθητές.
Από έρευνα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, προκύπτει ότι η μέση ετήσια ένταση του φαινομένου στην πόλη ήταν 1,6 βαθμοί Κελσίου. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι οι θερμότεροι μήνες, ωστόσο η διαφορά κέντρου-περιαστίου είναι εντονότερη τον χειμώνα. Δορυφορικές μετρήσεις, από την άλλη, στην Αθήνα έχουν καταγράψει θερμοκρασίες εδάφους που ξεπερνούν τοπικά τους 54 βαθμούς, ενώ σε περιοχές με πράσινο το θερμόμετρο δεν ξεπερνά τους 34. Η διαφορά δεν είναι αμελητέα.
Πότε «χτυπάει» περισσότερο η νησίδα
Το κλειδί βρίσκεται στη νύχτα. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, τα κτίρια και οι δρόμοι αποθηκεύουν θερμότητα όλη μέρα και την απελευθερώνουν αργά το βράδυ. Αποτέλεσμα; Η θερμοκρασία στο κέντρο μιας μεγαλούπολης μπορεί να είναι έως και 10 βαθμούς υψηλότερη σε σχέση με την ύπαιθρο. Αυτή η αδυναμία νυχτερινής ανάκαμψης επιβαρύνει τον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιαίτερα τις ευπαθείς ομάδες.
Ο μετεωρολόγος Θοδωρής Κολυδάς έχει επισημάνει ότι η ρίζα του προβλήματος δεν είναι μόνο η κλιματική αλλαγή — είναι κυρίως ο κακός πολεοδομικός σχεδιασμός και η έλλειψη πρασίνου. Την ίδια στιγμή, λύσεις όπως οι φυτεμένες ταράτσες και τα ανακλαστικά υλικά μπορούν να βοηθήσουν, αρκεί, όπως λέει ο καθηγητής Μ. Σανταμούρης, να σχεδιάζονται επιστημονικά και για κάθε συγκεκριμένη πόλη.
Σε αυτή την κατεύθυνση, γραφικά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών (UNDRR), που αποδόθηκαν στα ελληνικά από το meteo.gr/Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, παρουσιάζουν τόσο τους μηχανισμούς που ενισχύουν τη ζέστη όσο και λύσεις: περισσότερο πράσινο, σκιασμένοι χώροι, διάδρομοι αέρα, νερό, ανοιχτόχρωμα υλικά. Η πρόσβαση σε σαφή πληροφορία, σημειώνουν, είναι το πρώτο βήμα για την πρόληψη. Γιατί το πράσινο δεν είναι πολυτέλεια — είναι ζήτημα δημόσιας υγείας.
