Στη Βουλή, στο πλαίσιο της τριήμερης συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μετατοπίστηκε γρήγορα από τα άρθρα στα τιμολόγια του ρεύματος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε στην επίκαιρη ερώτηση του Νίκου Ανδρουλάκη για την ενεργειακή πολιτική και αντέκρουσε τους ισχυρισμούς περί ακριβότερου ρεύματος στην Ελλάδα, επικαλούμενος στοιχεία της Eurostat.
«Και τα τιμολόγια των ελληνικών νοικοκυριών ήταν, το α’ εξάμηνο του 2025, 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η χώρα καλύπτει όλες τις ανάγκες της και εξάγει ρεύμα προς πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, οι τιμές στην Ευρώπη συνολικά παραμένουν πολύ υψηλότερες από ό,τι πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με το κόστος για τα νοικοκυριά να είναι περίπου 50% μεγαλύτερο. Θύμισε μάλιστα ότι το 2019 η Ελλάδα ήταν μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή ενέργειας, ενώ η κυβέρνηση επιδότησε μεγάλο μέρος της αύξησης μέσω της έκτακτης φορολόγησης στα υπερκέρδη των εταιρειών και των διυλιστηρίων.
Δύο πυλώνες και δίκτυα 1,5 δισ. ευρώ
«Το μείγμα ενεργειακής πολιτικής της κυβέρνησης στηρίζεται σε δύο πυλώνες: διείσδυση των ΑΠΕ, παράγουμε πάνω από 50% και θα ανέβει περισσότερο — ταυτόχρονα έχουμε κάνει μια στρατηγική επιλογή […] ότι δεν μπορούμε να καλύπτουμε από ΑΠΕ θα το καλύπτουμε από φυσικό αέριο, όχι από τη Ρωσία αλλά υγροποιημένο κατά προτίμηση από την Αμερική», σημείωσε.
Στις επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας αναφέρθηκε επίσης, λέγοντας ότι από 400 εκατ. ευρώ το 2019 έφτασαν το 1,5 δισ. ευρώ το 2024. Αυτές οι επενδύσεις, όπως είπε, επιτρέπουν τη διασύνδεση των νησιών, με σημαντικότερη αυτή της Κρήτης, ώστε να μην επιβαρύνεται το δίκτυο.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε θέσει τρία ερωτήματα: για το σχέδιο αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας και τη συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΗ, για τον αποκλεισμό αγροτών, συνεταιρισμών και ενεργειακών κοινοτήτων και τη σύνδεση των ΑΠΕ με υποδομές αποθήκευσης, και για την ενεργειακή ασφάλεια ενόψει γεωπολιτικών κινδύνων, με αναφορά στη διασύνδεση με την Κύπρο και στο μέλλον του ΑΔΜΗΕ.
Ο κ. Μητσοτάκης προκάλεσε τότε τον κ. Ανδρουλάκη να καταθέσει τη μακροχρόνια προαναγγελθείσα πρότασή του για το κράτος δικαίου. «Η πρότασή σας για το κράτος δικαίου γίνεται αποδεκτή, να έρθουμε εδώ να τα συζητήσουμε όλα και να μετρηθούμε εκεί που πρέπει, στη Βουλή», του είπε. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε ανεβάσει τους τόνους κάνοντας εκτενή αναφορά στις υποκλοπές και σε δικαστική απόφαση, μιλώντας για «ήττα του παρακράτους» και υποστηρίζοντας ότι σεβασμός στη Δικαιοσύνη σημαίνει εφαρμογή των αποφάσεών της.
«Συμφωνούμε σε 15 άρθρα, γιατί επιμένετε;»
Στο καθαυτό αντικείμενο της συζήτησης, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η χώρα έχει ανάγκη από νέο Συνταγματικό πλαίσιο που να συμβαδίζει με την εποχή. Χαρακτήρισε τη συγκυρία «άκρως συμβολική», καθώς η συζήτηση συμπίπτει με τη 52η επέτειο από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, και σημείωσε πως η σημερινή κοινοβουλευτική γενιά καλείται να δώσει τη δική της ώθηση στις καταβολές του Συντάγματος, σχεδόν 50 χρόνια μετά το πρώτο μεταδικτατορικό Σύνταγμα που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Στην αρχή της ομιλίας του συνεχάρη τη Ρένα Δούρου για την εκλογή της στην ηγεσία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, εκφράζοντας όμως την απορία του για την επιλογή κομμάτων να μη συμμετάσχουν στη δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας. «Όταν συγκυβερνούσατε με τον κύριο Καμμένο συμμετείχατε κανονικά σε αυτή τη γιορτή της Δημοκρατίας και καλά κάνατε. Τώρα ανακαλύψατε ξαφνικά ότι έχουν παρεισφρήσει δήθεν ακροδεξιά στοιχεία σε αυτή τη δεξίωση», είπε απευθυνόμενος στην κ. Δούρου.
Επιτέθηκε στην αντιπολίτευση, λέγοντας ότι «αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων» — πως τα ακραία κόμματα αρκέστηκαν σε «τυφλή άρνηση» και ότι το ΠΑΣΟΚ δηλώνει «ένα αμήχανο “παρών”, το οποίο ουσιαστικά ισοδυναμεί με “απών”». Απευθυνόμενος προσωπικά στον κ. Ανδρουλάκη, διερωτήθηκε: «Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να συμφωνούμε στον πυρήνα αλλαγής σε αρκετά άρθρα, τουλάχιστον 15, γιατί επιμένετε σε αυτή τη στάση;» Χαρακτήρισε τη στάση αυτή «βαθιά αντιθεσμική» και «δηλωτική πολιτικής ανεπάρκειας», ενώ απάντησε στις αιτιάσεις περί «λευκής επιταγής» λέγοντας ότι «όποιος σήμερα διατείνεται ότι τάχα δίνει λευκή επιταγή ουσιαστικά περιφρονεί τη λαϊκή επιλογή».
Αναφερόμενος στην αναθεώρηση του 2001-2002, θύμισε ότι η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση είχε συμμετάσχει ενεργά και είχε υπερψηφίσει σειρά άρθρων, σχηματίζοντας «πεδίο πραγματικής συναίνεσης». Στα ιδιωτικά πανεπιστήμια χαρακτήρισε «αναχρονιστική» την απαγόρευση λειτουργίας τους, ενώ επέμεινε στη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση. «Το βάρος της ευθύνης περνά στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά», είπε κλείνοντας.
Στο παρασκήνιο της συζήτησης, πάντως, το βλέμμα όλων ήταν στραμμένο στην ενεργειακή κρίση. Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης παραμένει εκτός κάδρου, με κυβερνητικά στελέχη να λένε ότι μια τέτοια κίνηση θα υποχρέωνε την κυβέρνηση να πάρει πίσω εξαγγελίες της ΔΕΘ. Έχει ήδη παραταθεί για τον Σεπτέμβριο η επιδότηση στην αντλία, ενώ για το επίδομα θέρμανσης εξετάζεται η διεύρυνση των δικαιούχων και η ενίσχυση στις πιο κρύες περιοχές. Επιστρέφουν επίσης σενάρια επιδότησης των τιμολογίων ρεύματος, καθώς η τιμή του ηλεκτρικού ακολουθεί ανοδική τροχιά. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί και στη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες στα μέσα Οκτωβρίου, όπου η Ελλάδα ζητά κοινή ευρωπαϊκή δράση, με το επιχείρημα ότι καμία χώρα δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της αυτό το βάρος.
