Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ, που χτύπησαν την καρδιά της Τεχεράνης και σκότωσαν τον Αλί Χαμενεΐ, δεν έκαμψαν το Ιράν. Η αντίδραση της χώρας είναι άμεση και πολύπλευρη, εξαπλώνοντας την ένταση σε όλη την περιοχή, από το Στενό του Ορμούζ μέχρι τον Λίβανο και την Κύπρος, με σοβαρές παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο παζλ επιλογών, καθεμιά από τις οποίες κρύβει σημαντικούς κινδύνους.
Για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, η επιχείρηση φάνηκε αρχικά σαν μια επιτυχία. Ξημερώματα της 28ης Φεβρουαρίου, οι πρώτες εκρήξεις στην Τεχεράνη και ο καπνός που ύψωνε πάνω από κρίσιμους στόχους έδειχναν ένα καλά οργανωμένο χτύπημα, αποτέλεσμα χρόνων συλλογής πληροφοριών και σχεδιασμού.
Ιρανική απάντηση: Η «άμυνα μωσαϊκό» στο προσκήνιο
Μέσα στα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους οι επιθέσεις στην ιρανική πρωτεύουσα, βρέθηκαν τα λείψαντα του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, μαζί με άλλους ανώτερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους. Αυτό το «αποκεφαλιστικό» χτύπημα, όπως το ονόμασαν αρχικά οι Ισραηλινοί, είχε στόχο να διαλύσει την ιρανική ηγεσία.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα τέτοιων χτυπημάτων, ειδικά σε πολέμους μεταξύ κρατών, αμφισβητείται. Ο καθηγητής Ρόμπερτ Πέιπ, στο βιβλίο του “Bombing to Win”, είχε επισημάνει ότι «ποτέ δεν είναι αποτελεσματικά». Η Τεχεράνη, έχοντας χτίσει επί δεκαετίες την κρατική της δομή με βάση την εχθρότητα προς τις ΗΠΑ, δεν επρόκειτο να υποχωρήσει.
«Είχαμε είκοσι χρόνια για να μελετήσουμε τις αμερικανικές στρατιωτικές ήττες ανατολικά και δυτικά των συνόρων μας. Αντλήσαμε διδάγματα», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. Πρόσθεσε μάλιστα: «Η αποκεντρωμένη άμυνα μωσαϊκό μας επιτρέπει να αποφασίσουμε εμείς το πότε και το πώς θα λάβει τέλος ο πόλεμος».
Αυτός ο όρος δεν είναι τυχαίος. Ο Ελί Τενενμπόμ του IFRI αναλύει ότι «άρχισε να αναπτύσσεται το 2005, μετά τις αλλαγές καθεστώτων από τους Αμερικανούς στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ». Ουσιαστικά, σημαίνει ότι η στρατιωτική διοίκηση είναι αποκεντρωμένη, καθιστώντας άχρηστες τις επιθέσεις αποκεφαλισμού. Το καθεστώς δείχνει «σχεδόν άθικτο», εκτιμά ο Αλί Βαέζ του International Crisis Group, επιμένοντας στην εφαρμογή ενός σχεδίου με τρεις άξονες: «πρώτο, την εξασφάλιση της επιβίωσής του. Δεύτερο, τη διατήρηση δυνατότητας αποτελεσματικής ανταπόδοσης. Τρίτο, την παράταση της σύγκρουσης, ώστε να μπορέσει να την τερματίσει προς όφελός του».
Το κουτί της Πανδώρας και οι παγκόσμιες συνέπειες
Μετά τα αρχικά πλήγματα, το Ιράν εξαπέλυσε πυραύλους και χιλιάδες μη επανδρωμένα αεροπορικά οχήματα, χτυπώντας στόχους από το Ντουμπάι μέχρι τις θαλάσσιες διαδρομές πετρελαιοφόρων. Η σύγκρουση επεκτάθηκε, επηρεάζοντας τρίτες χώρες όπως τα ΗΑΕ, το Κατάρ, η Ιορδανία, και η Κύπρος. Στον Λίβανο, ο πόλεμος με τη Χεζμπολάχ αναζωπυρώθηκε, βυθίζοντάς τον ξανά στο χάος.
Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, μιας ζωτικής θαλάσσιας οδού για τη μεταφορά υδρογονανθράκων, απειλεί να στραγγαλίσει την παγκόσμια οικονομία. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί, οι αεροπορικές πτήσεις έχουν μειωθεί δραματικά, ενώ τουρίστες και διπλωμάτες φεύγουν μαζικά από την περιοχή του Κόλπου, διαλύοντας την εικόνα ηρεμίας που υπήρχε κάποτε.
Σε χώρες της Ασίας, όπου καταλήγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που διέρχεται από το Ορμούζ, έχουν δημιουργηθεί τεράστιες ουρές σε πρατήρια καυσίμων. Στο Μπανγκλαντές επιβλήθηκε δελτίο και ο στρατός επιστρατεύτηκε για να αποτρέψει ταραχές. Οι χώρες που εξαρτώνται από τους υδρογονάνθρακες του Κόλπου ψάχνουν απεγνωσμένα λύσεις. Μία τέτοια κίνηση ήταν η αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα των χωρών μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, μια ποσότητα ρεκόρ που, ως τώρα, δεν έχει φέρει κάποιο απτό αποτέλεσμα.
Ο Νέιτ Σουάνσον του Atlantic Council σημειώνει ότι η Ουάσιγκτον «ενεπλάκη στον πόλεμο νομίζοντας ότι μπορούσε να τον κερδίσει με μάλλον λίγα κόστη. Αλλά υφίσταται κόστη». Οι ιρανικές ομοβροντίες πυραύλων και drones, καθώς και το υψηλό κόστος αναχαίτισής τους από συστήματα όπως τα Patriot και THAAD, αποτελούν ένα σημαντικό πλήγμα, καθώς τα όπλα αυτά είναι «δαπανηρά και χρονοβόρα» στην παραγωγή, όπως παρατηρεί ο κ. Τενενμπόμ.
Διπλωματικά, τα κράτη του Κόλπου είναι σε κατάσταση φρίκης. Πολιτικά, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του τις εκλογές του μέσου της δεύτερης θητείας του τον Νοέμβριο, οπότε «ασφαλώς υποτίμησε τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου», ειδικά «στην ενέργεια». Όπως εκτιμά ο κ. Πακέν, «Οι Αμερικανοί υποφέρουν από το κόστος ζωής κι αναμφίβολα υπάρχουν ρεπουμπλικάνοι βουλευτές και γερουσιαστές που τηλεφωνούν στον Λευκό Οίκο για να πουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν τις έδρες τους».
Πέρα από τις άμεσες συνέπειες, ο αναλυτής του IFRI, Κλεμάν Τερμ, πιστεύει ότι οι προκλήσεις για την Τεχεράνη είναι τεράστιες. Το σοκ του πολέμου και οι συνέπειες των αντιποίνων μπορεί να απειλήσουν την επιβίωση της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο Τερμ θεωρεί πιθανό το σενάριο ενός «κράτους-ζόμπι», που θα διατηρεί τον έλεγχο μέσω του κατασταλτικού μηχανισμού του, αλλά θα είναι αποδιοργανωμένο σε άλλες λειτουργίες, όπως η είσπραξη φόρων ή οι εξαγωγές πετρελαίου. «Η Τεχεράνη ήδη δυσκολεύεται να καταβάλει τους μισθούς αυτόν τον μήνα» στους δημοσίους υπαλλήλους, επισήμανε.
Η ιρανική εξουσία πρέπει επίσης να διασφαλίσει την πίστη του κατασταλτικού μηχανισμού. Αν και αυτός «διατήρησε τη συνοχή του τον Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια των σφαγών» διαδηλωτών, υπήρξαν ωστόσο αποσκιρτήσεις, «ιδίως στην αστυνομία». Η λαϊκή εξέγερση που παροτρύνει ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη, αλλά δεν αποκλείεται να ξεσπάσει αργότερα, καθώς «ο πόλεμος των 12 ημερών (τον Ιούνιο του 2025) δεν είχε αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί ο πληθυσμός σε καιρό πολέμου. Πλην όμως, μερικούς μήνες αργότερα, είχαμε τις μεγαλύτερες μαζικές κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ισλαμική Δημοκρατία από το 2009. Επομένως, είναι ακόμη λιγάκι νωρίς για να κρίνουμε την επίπτωση αυτών των βομβαρδισμών σε δυνητική εξέγερση», κατ’ αυτόν.
Τραμπ: Επικίνδυνες επιλογές
Καθώς η σκόνη δεν έχει ακόμη καταλαγιάσει, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του αρκετές επιλογές, όλες με υψηλό ρίσκο, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες του Ισραήλ. Μια πιθανή οδός, σύμφωνα με τον κ. Πακέν, είναι να «αναθεωρήσει την έννοια της νίκης, παραμερίζοντας την ιδέα της (ιρανικής) παράδοσης ή της αλλαγής καθεστώτος, δηλαδή (να δηλώσει) ‘κάναμε τη δουλειά, οι στόχοι επιτεύχθηκαν, τώρα επαφίεται στον ιρανικό λαό’ να αλλάξει την κυβέρνηση».
Ο κ. Σουάνσον διακρίνει τρία πιθανά σενάρια. Το πρώτο είναι «να σταματήσει τον πόλεμο και να ανακηρύξει τη νίκη», ισχυριζόμενος ότι οι στόχοι έχουν επιτευχθεί: ο ιρανός ανώτατος ηγέτης εξοντώθηκε, το πυρηνικό πρόγραμμα σταμάτησε, και ο ιρανικός στρατιωτικός μηχανισμός έχει υποστεί φθορά. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η Τεχεράνη θα μπορούσε να συνεχίσει τις εχθροπραξίες, αναγκάζοντας τον Τραμπ να διαχειριστεί την κατάσταση εν μέσω αυξανόμενης δυσαρέσκειας από τους συμμάχους για τη στάση των ΗΠΑ.
Η δεύτερη επιλογή είναι «να πλειοδοτήσει, να αναπτύξει χερσαία στρατεύματα στο Ιράν, για ειδικές επιχειρήσεις, ή δυνητικά πιο μακροπρόθεσμες», με όλους τους στρατιωτικούς και πολιτικούς κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Τέλος, η τρίτη πιθανότητα είναι «να υποδαυλιστεί ένοπλη αντιπολίτευση και να της ανατεθεί» σχεδόν «με υπεργολαβία» να συνεχίσει τον πόλεμο. Αυτό θα μπορούσε «να μεταμορφωθεί σε εθνική σύγκρουση επικεντρωμένη στο Ιράν, κάτι που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ να αποσυρθούν» και παράλληλα «θα εμπόδιζε το Ιράν να κάνει προβολή της ισχύος του εκτός συνόρων».
