Τρεις ηγέτες που κινούν τα νήματα του πλανήτη αυτή τη στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, συγκροτούν αυτό που η διεθνής κοινότητα περιγράφει πια ως «τριάδα του πολέμου». Δεν είναι μόνο οι ανελέητες στρατιωτικές επιχειρήσεις που τους ενώνουν. Είναι κάτι βαθύτερο: μια κοινή αντίληψη για την εξουσία, όπου οι θεσμοί περιφρονούνται και η ισχύς γίνεται αυτοσκοπός. Ο Τόμας Λ. Φρίντμαν, ο τρις βραβευμένος με Πούλιτζερ αρθρογράφος των New York Times, τους βάζει στο μικροσκόπιο σε ένα άρθρο που μοιάζει με πολιτική αυτοψία των αυταρχικών αντανακλαστικών.
Ο Φρίντμαν βλέπει τρεις διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά έναν πανομοιότυπο μηχανισμό αποτυχίας. «Ο καθένας τους πιστεύει ότι είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος», γράφει. Και αμέσως μετά εξηγεί το μοιραίο λάθος: περιβάλλονται από αυλοκόλακες. Αυτό το σύστημα, όπου η κριτική εξαφανίζεται και η πραγματικότητα φιλτράρεται μέσα από τις επιθυμίες του ηγέτη, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε στρατηγικά αδιέξοδα. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από έναν απερίσκεπτο ηγέτη που βρίσκεται σε δύσκολη θέση», προειδοποιεί ο Αμερικανός αναλυτής. Το ένστικτο τότε δεν ψάχνει διέξοδο, επιμένει πεισματικά στην ίδια αποτυχημένη στρατηγική.
Η ψευδαίσθηση της Μοσάντ και το ιρανικό κάδρο
Στρέφοντας το βλέμμα στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ο Φρίντμαν ξεδιπλώνει μια ανάλυση που προκαλεί τουλάχιστον αμηχανία για τη φημισμένη ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών. Δύο αποφάσεις του Νετανιάχου χαρακτηρίζονται «εντελώς παράλογες»: η ιδέα ότι ένα μαζικό αεροπορικό χτύπημα θα ανέτρεπε το καθεστώς της Τεχεράνης και η πεποίθηση ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να επιλέξει τον επόμενο ηγέτη του Ιράν.
Αντλεί ένα ιστορικό προηγούμενο από το 1982, όταν η λιβανέζικη χριστιανική πολιτοφυλακή «Φαλαγγίτες» ξεγέλασε τη Μοσάντ πείθοντάς την ότι μια γρήγορη εισβολή θα εγκαθιστούσε τον Μπασίρ Τζεμάγιελ ως πρόεδρο στη Βηρυτό. Από τότε ο αρθρογράφος κρατά έναν προσωπικό κανόνα: αν θες να δολοφονηθεί κάποιος στη Βηρυτό ή στην Τεχεράνη, κάλεσε τη Μοσάντ. Αν θες ανάλυση πολιτικών και κοινωνικών τάσεων, μην την καλέσεις. Η αιτία είναι σχεδόν κυνική. Η Μοσάντ στρατολογεί δυσαρεστημένους πολίτες που μισούν τα καθεστώτα τους και είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με το Ισραήλ για την ανατροπή τους. Αυτοί οι πράκτορες όμως, είτε από αίσθημα αδικίας είτε για χρήματα, τείνουν να υπερβάλλουν για το πόσο αδύναμο είναι το καθεστώς τους. Θέλουν το Ισραήλ να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι ένας ηγέτης σαν τον Τραμπ, χωρίς αίσθηση ιστορίας, να υποθέτει ότι η Μοσάντ, επειδή είναι καλή στις δολοφονίες, είναι εξίσου καλή στο να προβλέπει την επόμενη μέρα μετά τον θάνατο του στόχου της.
Ο Νετανιάχου, παρά τις τακτικές νίκες του επί της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και της Τεχεράνης, δεν έχει μετατρέψει καμία σε μια νέα στρατηγική πραγματικότητα για το Ισραήλ. Αυτό που βλέπει ο κόσμος, υποστηρίζει ο Φρίντμαν, είναι μια συστηματική προσπάθεια να δημιουργηθούν συνθήκες για την προσάρτηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Και για να το πετύχει, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θυσιάζει την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, την υποστήριξη των νέων Αμερικανών, την υποστήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος, την υποστήριξη της Δυτικής Ευρώπης και την ανεξαρτησία του ισραηλινού δικαστικού σώματος.
Αυτή η προσέγγιση «καμένης γης» είναι κάτι που ο Αμερικανός αρθρογράφος αποδίδει εξίσου στον Τραμπ και τον Νετανιάχου. Κερδίζεις και διατηρείς την εξουσία όχι χτίζοντας έναν πλατύ συνασπισμό, αλλά ριζοσπαστικοποιώντας τη βάση σου ενάντια στον «άλλο» και χρησιμοποιώντας αυτή την αρνητική ενέργεια για να επιτεθείς σε θεσμικούς, μιντιακούς και δικαστικούς περιορισμούς. Η ψυχή της ισραηλινής δημοκρατίας και η ψυχή της αμερικανικής δημοκρατίας βρίσκονται στο ψηφοδέλτιο στις επόμενες εκλογές, σημειώνει, προειδοποιώντας ότι αν επικρατήσει αυτή η τάση, οι κοινωνίες θα διαλυθούν.
Από τα Στενά του Ορμούζ στη ρωσική απομόνωση
Η εικόνα του Τραμπ στην ανάλυση είναι αυτή ενός προέδρου που έχει αποδυναμώσει και απομονώσει τις ΗΠΑ. Η απόφαση να εισβάλει στο Ιράν χωρίς συμμάχους, χωρίς διεθνή νομιμοποίηση και χωρίς «Σχέδιο Β» για την εξουδετέρωση της πυρηνικής απειλής της Τεχεράνης, περιγράφεται ως απερίσκεπτη. Το Ιράν, από την πλευρά του, βρήκε δύο φθηνά και αποτελεσματικά όπλα: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και τις επιθέσεις εναντίον των συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, σχεδόν ως άμεση απάντηση σε κάθε αμερικανικό βομβαρδισμό.
Ο Πούτιν συμπληρώνει την εικόνα ενός ηγέτη που, αντί να επενδύσει σε μια ανοιχτή κοινωνία που θα προσέλκυε τους Ουκρανούς, μετέτρεψε τη Ρωσία σε ένα πλήρως αστυνομοκρατούμενο κράτος με ευάλωτη πετρελαϊκή οικονομία. Σήμερα η Ρωσία απουσιάζει εντελώς από την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι σαν να είχαν μόλις εφευρεθεί τα αυτοκίνητα και ο Πούτιν να προτιμούσε να επενδύσει σε περισσότερα άλογα – και στη φαντασίωση μιας ενωμένης ρωσικής πατρίδας που ανήκει στον 19ο αιώνα.
Ένα περιστατικό που ο Φρίντμαν επικαλείται για να δείξει την αίσθηση ατιμωρησίας που διακατέχει τον Νετανιάχου, αίσθηση που τροφοδοτείται και από τον Τραμπ, συνέβη μόλις τον προηγούμενο μήνα. Ισραηλινές δυνάμεις σκότωσαν 15 τραυματιοφορείς και διασώστες στη νότια Γάζα και, όπως δήλωσε ανώτερος αξιωματικός των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων στη Haaretz, «η ιεραρχία από κάτω απλώς είπε ψέματα». Το ίδιο πλέγμα εξουσίας, όπου η αλήθεια θυσιάζεται για την επιβίωση του ηγέτη, επεκτείνεται και στη δίκη του Νετανιάχου για διαφθορά – κατηγορείται από την ισραηλινή αντιπολίτευση και από συγγενείς ομήρων ότι παρέτεινε τον πόλεμο για να αποφύγει την πολιτική του κατάρρευση.
Ο Φρίντμαν εντοπίζει και μια άλλη σύμπτωση: ο καθένας απομακρύνει τη χώρα του από τους δημοκρατικούς παραδοσιακούς συμμάχους της και διεκδικεί εδαφική επέκταση ως θεϊκό δικαίωμα. «Από τον Κόλπο της Αμερικής μέχρι τη Γροιλανδία» για τον Τραμπ, «Από τη Δυτική Όχθη μέχρι τη Γάζα» για τον Νετανιάχου.
Οι τρεις ηγέτες συγκλίνουν και σε κάτι ακόμα, πέρα από τη διεξαγωγή απάνθρωπων πολέμων: την περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου. Είναι ενδεικτικό ότι για τον Πούτιν και τον Νετανιάχου έχουν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου και πράξεις γενοκτονίας. Έχουν μια Χομπσιανή αντίληψη του κόσμου, όπου οι θεσμοί δεν είναι παρά εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν.
Σε μια τέλεια αναλογία με την ιρανική περίπτωση, οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες φαίνεται να βασίστηκαν υπερβολικά σε φιλορωσικές πηγές που έλεγαν στη Μόσχα ό,τι ήθελε να ακούσει, αντί να παρέχουν ακριβή εικόνα για το κλίμα και τις δυνατότητες της Ουκρανίας. Το αποτέλεσμα; Ένας αυταρχικός ηγέτης παγιδευμένος στη δική του προπαγάνδα, μακριά από την τεχνολογική αιχμή, απομονωμένος από τους πρώην εταίρους του, αλλά ανίκανος να κάνει πίσω.
Το κλείσιμο του Φρίντμαν είναι μια πρόβλεψη που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: όλες αυτές οι συγκρούσεις θα καταλήξουν τελικά σε διαπραγματεύσεις, γιατί κανένας από αυτούς τους ηγέτες δεν μπορεί να συνεχίσει τους ανόητους πολέμους επ’ αόριστον. Μέχρι τότε, ο πλανήτης παρακολουθεί τρεις άνδρες να παίζουν τη δική τους ρώσικη ρουλέτα, έχοντας στοιχηματίσει ολόκληρες χώρες.
