Μια πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη αναμένεται να φέρει σημαντικές αλλαγές, επηρεάζοντας τόσο τους δανειολήπτες όσο και την ελληνική οικονομία. Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου έκρινε ότι ο τόκος στις ρυθμίσεις δανείων υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου, μια ερμηνεία που ανατρέπει τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Αυτή η απόφαση, που ελήφθη με ευρεία πλειοψηφία 35-12, υιοθετεί την εισήγηση του αντιπροέδρου Σωτήρη Πλαστήρα και προβλέπει αναδρομική ισχύ. Οι επιπτώσεις της είναι ήδη αντικείμενο συζήτησης και ανάλυσης από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίοι ετοιμάζουν τη «γραμμή άμυνας» τους.
Ανακούφιση για τους δανειολήπτες, πονοκέφαλος για τις τράπεζες
Για χιλιάδες νοικοκυριά, η απόφαση αυτή αποτελεί μια ανάσα. Η ΕΚΠΟΙΖΩ, για παράδειγμα, χαιρέτισε την εξέλιξη ως ιστορική, καθώς μειώνει δραστικά το οικονομικό βάρος και αποτρέπει πλειστηριασμούς. Ένα δάνειο 100.000 ευρώ, με επιτόκιο 3% και διάρκεια 20 ετών, θα δει τη μηνιαία δόση να πέφτει από 560 ευρώ σε 416 ευρώ, με τους συνολικούς τόκους να περιορίζονται σε μόλις 3.000 ευρώ.
Περίπου 195.000 δανειολήπτες, με συνολικά δάνεια 6,1 δισ. ευρώ, επηρεάζονται άμεσα. Από αυτά, τα 5,4 δισ. ευρώ αφορούν τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», δημιουργώντας σοβαρές προκλήσεις για τις τράπεζες και τα funds που διαχειρίζονται τα «κόκκινα δάνεια».
Κίνδυνοι για την οικονομία και το «Ηρακλής»
Οι τράπεζες και η Τράπεζα της Ελλάδος εκφράζουν έντονες ανησυχίες. Εκτιμούν ότι η μείωση των ανακτήσεων μπορεί να δημιουργήσει χρηματοδοτικό κενό έως και 1 δισ. ευρώ στο «Ηρακλής», οδηγώντας ενδεχομένως στην ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και τους ίδιους τους δανειολήπτες, καθώς η επιδείνωση των ταμειακών ροών των τιτλοποιήσεων αυξάνει την αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων.
Η αναδρομική ισχύς της απόφασης υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου, πλήττοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την οικονομική σταθερότητα. Η αίσθηση ότι το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να αλλάζει απρόβλεπτα δημιουργεί επενδυτική ανασφάλεια, ειδικά σε τιτλοποιήσεις και χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Πιθανές συνέπειες για την αγορά στεγαστικών δανείων
Μια βασική επίπτωση που αναμένεται είναι η μείωση της νέας στεγαστικής πίστης. Οι τράπεζες, αντιμέτωπες με την ελάφρυνση δανείων υψηλού ρίσκου, ενδέχεται να υιοθετήσουν πιο προσεκτική στάση στη χορήγηση νέων δανείων. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη έμφαση σε δανειολήπτες με σταθερά εισοδήματα και υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, περιορίζοντας την πρόσβαση σε νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Παράλληλα, οι τραπεζίτες εκφράζουν φόβους για αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος που προκύπτει. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση για κατοικίες και τη δυναμική της στεγαστικής αγοράς.
Κοινωνικές επιπτώσεις και ο «νόμος Κατσέλη»
Για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού στις τιτλοποιήσεις, ενδέχεται να απαιτηθεί εντατικοποίηση πλειστηριασμών. Αυτό καθιστά τη διαχείριση των δανείων πιο πιεστική, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Ο αρχικός νόμος Κατσέλη (3869/2010), που εισήχθη το 2010, είχε ως στόχο την προστασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών, επιτρέποντας δικαστικές ρυθμίσεις για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας.
Ο νόμος δεν προέβλεπε άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, δυσχεραίνοντας την αξιολόγηση των αιτήσεων. Επίσης, παρείχε αναστολή καταδιωκτικών μέτρων, με τους οφειλέτες να καταβάλλουν χαμηλές προσωρινές δόσεις για μεγάλο διάστημα. Περίπου το 43% των αιτήσεων απορρίφθηκαν λόγω «δολιότητας», δηλαδή έλλειψης πραγματικής δυνατότητας αποπληρωμής κατά τη λήψη του δανείου.
Για όσους εντάχθηκαν επιτυχώς, προβλεπόταν η διάσωση της πρώτης κατοικίας με αποπληρωμή έως το 80% της αντικειμενικής αξίας, σε 20-35 έτη με έντοκες δόσεις. Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου αναμένεται να αλλάξει σημαντικά το τοπίο, με τις επιπτώσεις να ξεδιπλώνονται τους επόμενους μήνες.
