Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις προκλήσεις και τα αποτελέσματα του Επιτελικού Κράτους κατά την ομιλία του στην εκδήλωση της Γενικής Γραμματείας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, με τίτλο «Η λειτουργία του επιτελικού κράτους στη νομοθέτηση: Η περίπτωση της Ελλάδας ως φιλοδοξία και έμπνευση».
Στην αρχή της ομιλίας του, ο κ. Μητσοτάκης αποφάσισε να απομακρυνθεί από το προγραμματισμένο του κείμενο, μοιράζοντας «βιωματικές σκέψεις» σχετικά με τη δημιουργία του Νόμου 4622, ο οποίος αφορά το Επιτελικό Κράτος.
«Ο κεντρικός πυρήνας του επιτελικού κράτους στο Μέγαρο Μαξίμου στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: τη Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων και τη Γραμματεία που εποπτεύεται από τους Άκη Σκέρτσο και Θανάση Κοντογιώργη, υπεύθυνη για τον κεντρικό συντονισμό της πολιτικής», ανέφερε ο πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι αυτό αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για την πολιτική μας κουλτούρα και τη δημόσια διοίκηση.
Μιλώντας για τη δημόσια διαβούλευση, υπογράμμισε τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία δημιουργίας νομοσχεδίων, κυρίως σε μια περίοδο που η εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα είναι περιορισμένη. Ανέφερε ότι η διαβούλευση δεν είναι απλώς μία τυπική διαδικασία, αλλά μια δυναμική αλληλεπίδραση όπου οι απόψεις των πολιτών, ειδικά αυτών που έχουν ειδικό ενδιαφέρον, είναι καθοριστικές.
Επιπρόσθετα, ο πρωθυπουργός τόνισε τη σημαντικότητα της κατάρτισης και της στελέχωσης της δημόσιας διοίκησης με νέους υπαλλήλους, που θα είναι ικανοί να προσφέρουν διυπουργικές υπηρεσίες σε κρίσιμους τομείς, τονίζοντας ότι αυτές οι πρωτοβουλίες φέρνουν την ελληνική δημόσια διοίκηση πιο κοντά σε ένα κανονικό ευρωπαϊκό μοντέλο κράτους.
Αναφέρθηκε επίσης στην πρόοδο του νόμου περί του επιτελικού κράτους, τονίζοντας την ανάγκη του κράτους για «θεμέλια» και «δίκτυα» που υποστηρίζουν τη λειτουργία του, όπως τα «ηλεκτρικά» και «υδραυλικά» που παράγουν την κατάλληλη υποδομή για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας, μέσω των θεσμών λογοδοσίας.
Καταληκτικά, ο πρωθυπουργός επεσήμανε πως «τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών θα γίνουν ορατά με την πάροδο του χρόνου και θα επιφέρουν θετικές αλλαγές στη χώρα μας, βελτιώνοντας διάφορους δείκτες καλής διακυβέρνησης. Θα οδηγήσουν σε ένα κράτος με περισσότερη διαφάνεια, λογοδοσία και, κυρίως, αποτελεσματικότητα».