Η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Άγγελα Μέρκελ, κατηγοριοποίησε την βιαστική αποχώρηση των δυτικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν το 2021 ως “μια σοβαρή αποτυχία” σε κοινοβουλευτική έρευνα.
Τότε στην εξουσία, η Μέρκελ βίωσε τον χαμό και την αναταραχή που συνόδευσε την αποχώρηση, η οποία κορυφώθηκε με μια φονική επίθεση αυτοκτονίας στο αεροδρόμιο της Καμπούλ, που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 170 πολίτες και 13 Αμερικανούς στρατιώτες.
Κατά την κατάθεσή της ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής, που διερευνά τον ρόλο της γερμανικής στρατιωτικής παρουσίας, η Μέρκελ θυμήθηκε την επιστροφή της στο Βερολίνο από τις καλοκαιρινές διακοπές της στις 13 Αυγούστου 2021, όπου ενημερώθηκε από το επιτελείο της για την εκρηκτική κατάσταση στην Καμπούλ.
Την επόμενη ημέρα, η πρώην καγκελάριος ανακοίνωσε στον υπουργό Άμυνας της να ξεκινήσει τις διαδικασίες εκκένωσης περίπου 5.000 γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα. Μία ημέρα αργότερα, ο Αφγανός πρόεδρος Άσραφ Γάνι εγκατέλειψε την Καμπούλ τη στιγμή που οι Ταλιμπάν κατέλαβαν τις τελευταίες θέσεις της πόλης.
Η Μέρκελ, όταν ρωτήθηκε για τις προετοιμασίες της γερμανικής κυβέρνησης, δήλωσε ότι η απόφαση του Γάνι να φύγει ξαφνικά “μας εξέπληξε όλους, συμπεριλαμβανομένων και των Αμερικανών. Δεν είχαμε προετοιμαστεί ότι το Αφγανιστάν θα έμενε χωρίς πρόεδρο την επόμενη ημέρα”.
Η πρώην καγκελάριος δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στον Γάνι, ο οποίος αναχώρησε με τη σύζυγό του για το Ουζμπεκιστάν, συγκρίνοντάς τον με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος παρέμεινε στην πατρίδα του κατά την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022.
«Είχαμε αναλάβει πάρα πολλά»
Η Μέρκελ παραδέχτηκε ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναγνωρίσει τις αποτυχίες της σε τομείς όπως η υποστήριξη του κράτους δικαίου και η προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αφγανιστάν.
“Είχαμε αναλάβει πάρα πολλά”, επισήμανε, χαρακτηρίζοντας την προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέα κοινωνία σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα στην Ασία ως “αυταπάτη”.
Κατά την ανάλυσή της για την αποτυχία», η Μέρκελ αναφέρθηκε σε θέματα όπως ο νεποτισμός, η διαφθορά, η διακίνηση ναρκωτικών και η έλλειψη πολιτισμικής κατανόησης. Τόνισε ότι η επιρροή του Πακιστάν και οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν είχαν αξιολογηθεί με την απαιτούμενη σοβαρότητα πριν από την συμμετοχή της Γερμανίας στην αρχική στρατιωτική επέμβαση.
Παρά τις κριτικές της, δεν αμφισβήτησε πλήρως το εγχείρημα που προώθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Αφγανιστάν, λέγοντας ότι ήταν “εκ των υστέρων σωστό” να υποστηρίξει η Γερμανία την Αμερική μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι τότε, η ελπίδα ότι μια δυτική στρατιωτική επιχείρηση θα εδραίωνε την ασφάλεια και θα περιόριζε την τρομοκρατία ήταν “δικαιολογημένη”.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έχει δεχτεί σφοδρές επικρίσεις για τη διαχείριση της αποχώρησης το 2021, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι απέτυχε να οργανώσει ένα αποτελεσματικό σχέδιο εκκένωσης και ενθάρρυνε την αναγέννηση των Ταλιμπάν.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πρότερη συμφωνία που συνήφθη υπό τον προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ με τους Ταλιμπάν, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των δυνάμεων εντός 14 μηνών, είχε περιορίσει τις επιλογές του και μαζί με τη διάθεση χιλιάδων μαχητών από τους Ταλιμπάν, έδωσε χρόνο στους αντάρτες να αναδιοργανωθούν και να επανακαταλάβουν την εξουσία.
Η έρευνα στη Γερμανία έχει ήδη εξετάσει τον ρόλο του γερμανικού στρατού στην αποχώρηση και σε περίοδο δύο ετών έχει μιλήσει με 111 μάρτυρες, με την Μέρκελ να είναι η τελευταία από αυτούς.