Η συμφωνία αυτή υπογραμμίζεται ως ένα «σημαντικό βήμα» από την κυβέρνηση της Καμπέρα, καθώς αποκαλύφθηκε τον Απρίλιο η νέα εθνική στρατηγική άμυνας της Αυστραλίας, η οποία εστιάζει στον Ειρηνικό Ωκεανό και τις υποτιθέμενες “εξαναγκαστικές τακτικές” που εφαρμόζει η Κίνα στην περιοχή.
Η αγορά που εγκρίθηκε περιλαμβάνει τους πύραυλους SM-6 αλλά και τους SM-2 Block III C, οι οποίοι διαθέτουν προηγμένες δυνατότητες καθοδήγησης και αυτοκατεύθυνσης.
Όπως δήλωσε ο αυστραλός υπουργός Βιομηχανίας και Άμυνας, Πατ Κονρόι, κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, «η Αυστραλία βρίσκεται σε ένα από τα πιο πολύπλοκα γεωστρατηγικά περιβάλλοντα από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου».
«Αυτοί οι “υψηλής τεχνολογίας” πύραυλοι θα διασφαλίσουν την ασφάλεια των Αυστραλών, θα αποτρέψουν οποιαδήποτε επιθετικότητα και θα υπερασπιστούν τα εθνικά συμφέροντα της Αυστραλίας στην εποχή των πυραύλων», προσέθεσε.
Η απόκτηση των αμερικανικών πυραύλων απηχεί τη δέσμευση των αυστραλιανών ενόπλων δυνάμεων να ενισχύσουν τη θανάσιμη ικανότητα του ναυτικού τους, όπως τόνισε ο υπουργός Άμυνας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ρίτσαρντ Μαρλς.
Το Απρίλιο, η Αυστραλία ανακοίνωσε σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της. Επιπλέον, εκτός από την ταχεία ενίσχυση του στόλου και των δυνατοτήτων των σκαφών επιφανείας, έρχεται και η απόκτηση πυρηνοκίνητων υποβρυχίων με χαμηλή παρατηρησιμότητα, στο πλαίσιο της τριμερούς συμφωνίας που έχει συναφθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία, υπό την αιγίδα της συμφωνίας AUKUS.